Υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων.
4764/2022 ΕΦ ΑΘ (ΜΟΝ) (831950)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση των προσωρινώς κρατηθέντων ή φυλακισθέντων και τελικώς αθωωθέντων κατηγορουμένων. Τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημιώσεως, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο και προσδιοριστεί το ύψος της αποζημιώσεως, αλλά ο δικαιούχος κρίνει αυτό ως ανεπαρκές προς κάλυψη της ζημίας του. Εφαρμογή του άρθρου 539 του προισχύσαντος ΚΠΔ κατ’ άρθρο 588 παρ. 3 ΚΠΔ. Η προβλεπόμενη κατ` αποκοπήν ημερησία αποζημίωση αφορά τόσο την περιουσιακή ζημία όσο και την ηθική βλάβη. Δύναται να υπερβεί το προβλεπόμενο ανώτατο όριο εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση. Δέχεται έφεση. Αναγνωρίζει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση. Η απόφαση εισήχθη στην ΝΟΜΟΣ με επιμέλεια της Αικατερίνης Πουρναρά του Παναγιώτη, Δικηγόρου Αθηνών. Ελέγχεται αναιρετικά με την υπ` αριθμ. 1258/2025 ΑΠ.
Αριθμός Απόφασης
4764/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 4ο
Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Μακρυγεώργου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση των:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……….. του …….. κατοίκου Αθηνόιν, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πουρναρά με δήλωσή της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Τριανταφύλλου με δήλωσή της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο ενάγων …………, με την από 20 Φεβρουαρίου 2020 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2020, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ` αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο, εξέδωσε την 345/2021 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή, προσέβαλαν οι εκκαλούντες, με τις από 26 Οκτωβρίου 2021 και 2 Δεκεμβρίου 2021 αντίθετες εφέσεις τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμούς …… και ……/2021 και …… και ……./2021 αντίστοιχα.
Ήδη η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δηλιόσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι κρινόμενες εφέσεις : α) η από 26-10-2021 (με αριθμούς εκθ. καταθ. …… & …../2021) έφεση του ενάγοντος, και β) η από 2-12-
2021 (με αριθ. εκθ. κατάθ. ….. & …../2021) έφεση του εναγομένου, κατά της 345/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (περιουσιακές διαφορές, άρθρα 621-
622 ΚΠολΔ), ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά, με κατάθεση του πρωτοτύπου των δικογράφων τους στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (συνταχθεισών σχετικών εκθέσεων με τους πιο πάνω αριθμούς), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19, 495 § 1, 499, 511, 513 § 1β`, 516, 517, 518 § 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 31 παρ. 3 ΚΠολΔ), της διευκόλυνσης διεξαγωγής της δίκης, μείωσης των εξόδων και αποφυγής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, αφού στρέφονται κατά της ίδιας ως άνω εκκαλουμένης απόφασης, ασκήθηκαν από και κατά των αυτών διαδίκων και υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος της υπόθεσης που μεταβιβάζεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 522 § 1 και 533 ΚΠολΔ), το οποίο είναι αρμόδιο, καθ` ύλη και κατά τόπο (άρθρο 19 ΚΠολΔ).
II. Στην από 20-2-2020 και με αριθμούς έκθ. κατάθεσης ….. & …../2020 αγωγή του, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και στρεφόμενη κατά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου & εκκαλούντος, ο ενάγων και ήδη εκκαλών & εφεσίβλητος, εκθέτει τα εξής ουσιώδη: Ότι, αφού σχηματίστηκε κατ` αυτού δικογραφία για τις αναφερόμενες αναλυτικά κακούργηματικές πράξεις, για τις οποίες συνελήφθη την 18-8-2012, κρατήθηκε προσωρινά δυνάμει των αναφερομένων ενταλμάτων του ….. Τακτικού Ανακριτή Αθηνών (και του Επίκουρου Ειδικού Εφέτη Ανακριτή Αθηνών) και παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος έως την 7-2-2014, οπότε, με την αναφερόμενη απόφαση του Γ` Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 25 ετών και χρηματική ποινή 5.000,00 ευρώ για τα αδικήματα της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία, της ληστείας από κοινού, της πλαστογραφίας δημοσίου εγγράφου, της οπλοφορίας και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Ότι, στη συνέχεια, όμως, με την αναφερόμενη απόφαση του Α` Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών απαλλάχθηκε για το σύνολο των αποδοθεισών σε αυτόν πράξεων. Ότι, κατά της απαλλακτικής αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία όμως, απορρίφθηκε, έτσι ώστε η ως άνω αθωωτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών να έχει καταστεί αμετάκλητη. Ότι, ήδη, με την 2695/2018 απόφαση του Τμήματος Αναστολών του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 13-7-2017 αίτησής του, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωσή του και του επιδικάστηκε ημερήσια αποζημίωση για τεκμαρτή ζημία και χρηματική ικανοποίηση 20,00 ευρώ για κάθε ημέρα κράτησής του, δηλαδή, συνολικού ποσού 35.640,00 ευρώ (1.782 ημέρες X 20,00 ευρώ). Με βάση δε, το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής άπό καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, ζητούσε τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης που δικαιούται για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της κράτησής του για 1.782 ημέρες και της μετέπειτα αθώωσής του, σε μεγαλύτερο ποσό, διότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 539 ΚΠΔ και, πιο συγκεκριμένα, ζητούσε: α) Να προσδιοριστεί οριστικά η ως άνω αποζημίωσή του στο συνολικό ποσό των 211.378,72 ευρώ (και δη στα επιμέρους ποσά των 26.800,00 ευρώ για αποκατάσταση θετικής ζημίας και 34.578,72 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα, καθώς και 150.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 175.738,72 ευρώ (δηλ. αφαιρουμένου του ποσού των 35.640,00 ευρώ), β) Άλλως, να προσδιοριστεί η ως άνω αποζημίωσή του στο συνολικό ποσό των 89.100,00 ευρώ, δηλαδή, να προσδιοριστεί στο ανώτατο ποσό με βάση το οποίο προσδιορίζεται στο άρθρο 540 του Νέου ΚΠΔ η εν λόγω αποζημίωση (50,00 ευρώ την ημέρα X 1.782 ημέρες) και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 53.460,00 ευρώ, γ) Άλλως και όλως επικουρικώς, να προσδιοριστεί οριστικά η ως άνω αποζημίωσή του στο συνολικό ποσό των 51.678,00 ευρώ, δηλαδή, στο ανώτατο ποσό με βάση το οποίο προσδιοριζόταν στο άρθρο 536 παρ. 2 του προηγούμενου ΚΠΔ (29,00 ευρώ την ημέρα X 1.782 ημέρες) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να του καταβάλει το ποσό των 16.038,00 ευρώ, και τέλος, να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (345/31-5-2021), με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή (ορισμένη) και νόμιμη (πλην του κονδυλίου που ζητείται με βάση το άρθρο 539 του Νέου ΚΠΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την 1-7-2019, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο), μετά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε την τελευταία επικουρική της βάση (δηλαδή, το ως άνω υπό γ` αίτημα), ως και ουσιαστικά βάσιμη, και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.038,00 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και οι δύο διάδικες πλευρές, με τις κρινόμενες αντίθετες εφέσεις τους και για τους σε αυτές λόγους, οι οποίοι, συνολικά εκτιμώμενοι, αφορούν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση, άλλως, τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης, με σκοπό, όσον αφορά στον ενάγοντα-εκκαλούντα να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της ως προς το κύριο αίτημά της, και, όσον αφορά στο εναγόμενο-εκκαλούν να απορριφθεί η αγωγή καθ` ολοκληρίαν.
III. Το Σύνταγμα ορίζει, στο άρθρο 93 παρ. 1 ότι “τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται, με ειδικούς νόμους”, ενώ στα επόμενα άρθρα 94 – 96 καθορίζει τη δικαιοδοσία των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων. Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 4 Συντάγματος, “νόμος ορίζει, με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν, άδικα ή παράνομα, την προσωπική τους ελευθερία” και κατά το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος, “τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους, τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ` όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Εξάλλου, το άρθρο πρώτο – άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α` 25/26.2.1997) -κυρωτικού νόμου του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά κάι πολιτικά δικαιώματα-ορίζει ότι “κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης”. Τέλος, τα άρθρα 533 παρ. 1 εδάφια (α) και (β), 534, 536 παράγραφοι 1 και 2, 539 παρ. 1 και 540 ΚΠΔ -όπως ίσχυσαν μετά το άρθρο 26 ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α` 109/29.5.2001) και πριν από το άρθρο πρώτο ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α` 96/11.6.2019) και “διόρθωση σφαλμάτων” (ΦΕΚ Α` 122/16.7.2019)- ορίζουν, αντιστοίχως ότι: “(1). Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες που αθωώθηκαν, αμετάκλητα, με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β).- οι κρατηθέντες, με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε, αμετάκλητα, συνεπεία ενδίκου μέσου”. “Αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, με τις ίδιες προϋποθέσεις, έχουν και εκείνοι, απέναντι στους οποίους ο καταδικασμένος ή ο προσωρινά κρατούμενος είχε, σύμφωνα με το νόμο, υποχρέωση διατροφής”. “(1).- Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου, που αθωώθηκε και αφού, προηγουμένως, ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν. (2).- Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ` αποκοπή ημερήσια αποζημίωση, συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή (8,804) ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή (29,347) ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται, αφού ληφθεί υπ` όψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης”. “(1).- Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο, μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτερο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536”. “(1).-Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία, που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου, που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη, που αυτός υπέστη. Τα όρια των άρθρων 536 και 539 δεν αφορούν τους δικαιούχους του άρθρου 534. (2). -Εκτέλεση ποινής θεωρείται και η προσωρινή κράτηση, που υπολογίσθηκε σε αυτή. (3). -Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση, που έγινε πριν από αυτήν, με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση”. Από τις προηγούμενες διατάξεις προκύπτουν (και) τα εξής: Ως προς την αναγνώριση της υποχρέωσης του (ελληνικού) Δημοσίου προς αποζημίωση του δικαιούχου, δηλ. και του προσωρινός κρατηθέντος και, τελικώς, αθωωθέντος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, δικαιοδοσία έχει το ποινικό δικαστήριο, ενώ το πολιτικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της αποζημίωσης του δικαιούχου, εάν η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου έχει αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο, όμως, δεν έχει προσδιορισθεί η αποζημίωση ή εάν έχει προσδιορισθεί και η αποζημίωση, όμως, ο δικαιούχος την κρίνει ανεπαρκή προς κάλυψη της ζημίας του ή το υπόχρεο Δημόσιο την θεωρεί υπέρμετρη (ΑΠ 918/2008). Η κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση αφορά στην περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη, ενώ, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των (29,00) ευρώ, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες ο δικαιούχος – ενάγων επικαλείται και αποδεικνύει (ΑΠ 444/2015). Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη και η κατά το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται ως επιταγή του προσήκοντος μέτρου, καθώς και ως μέσο συγκερασμού (εναρμόνισης) αντιθέτων συμφερόντων, και εξειδικεύεται δια της ρήτρας της επιτρεπτής υπέρβασης του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης, υπό τη συνδρομή εξαιρετικών περιπτώσεων. Οι “εξαιρετικές περιπτώσεις” είναι αόριστη νομική έννοια και συγκεκριμενοποιείται, κατά τις γενικές ρήτρες του αστικού δικαίου (άρθρο 288 ΑΚ), δηλαδή, κατά τις επικρατούσες επιταγές της κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και κατά τις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου. Έτσι, εάν ο πιο πάνω περιορισμός της αποζημίωσης σε (29,00) ευρώ, κατ` ανώτατο όριο, είναι καταδήλως άδικος και επαχθής, σε βάρος του δικαιούχου, υπάρχει λόγος επιδίκασης αποζημίωσης καθ` υπέρβαση του ορίου των (29,00) ευρώ (ΑΠ 720/2021, ΑΠ 41/2020, ΑΠ 260/2019, ΑΠ 1637/2017 NOMOΣ).
IV. Από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ), -στα οποία περιλαμβάνονται και τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου περιέχεται και η επ ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία εκτιμάται καθεαυτή, ως μαρτυρική απόδειξη-, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 591 παρ. 1 & 7 ΚΠολΔ), ενώ όλα, ανεξαιρέτως, συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1045/2017 NOMOΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κρίσιμα για την υπόθεση, περιστατικά: Το έτος 2012, όταν ο ενάγων (και ήδη εκκαλών & εφεσίβλητος) ήταν 30 ετών, σχηματίστηκε σε βάρος του δικογραφία για τις πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, μεταξύ των οποίων και της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της απόπειρας ανθρωποκτονίας κλπ. Για τις πράξεις αυτές, συνελήφθη την 18-8-2012 και κρατήθηκε προσωρινά, δυνάμει εντάλματος του Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, το οποίο εκτελέστηκε την 19-8-2012, και παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος έως την 7-2-2014. Τότε, με την 537/7-2-2014 απόφαση του Γ` Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι τριών (23) ετών, έξι (6) μηνών και δώδεκα (12) ημερών. Προς εκτέλεση της ποινής αυτής, δηλ. δυνάμει της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης, παρέμεινε κρατούμενος, μέχρι την 7-7-2017, οπότε κηρύχθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία, για όλες τις πράξεις που του είχαν αποδοθεί, με την 2186/7-7-2017 απόφαση του Α` Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απαλλακτική απόφαση κατέστη αμετάκλητη την 14-8-2018, όταν δημοσιεύτηκε η 1333/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η …/2018 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεσή της. Επομένως, ο ενάγων κρατήθηκε προσωρινά και με καταδικαστική απόφαση η οποία, έπειτα, εξαφανίστηκε αμετάκλητα, για χίλιες επτακόσιες ογδόντα δύο (1.782) ημέρες, δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα από 18-8-2012 έως 7-7-2017, χωρίς να αποδεικνύεται, από οποιοδήποτε στοιχείο της παρούσας δικογραφίας, ότι έγινε ο ίδιος από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής του κράτησης. Περαιτέρω, με την 2695/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών), που εκδόθηκε επί της από 13-7-2017 αίτησής του, αναγνωρίστηκε ότι ο ίδιος δικαιούται αποζημίωση από το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και ορίστηκε το ποσό αυτών σε είκοσι (20,00) ευρώ ημερησίως για το πιο πάνω χρονικό διάστημα (από 18-8-2012 έως 7-7-2017), δηλαδή, συνολικά (1.782 ημέρες X 20,00) σε 35.640,00 ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αυτό, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, καλύπτει μόνο την περιουσιακή ζημία του ενάγοντος. Ειδικότερα, κατά το χρόνο της σύλληψής του (2012), ο ενάγων, ο οποίος ήταν απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου ……., απασχολούταν σε διάφορες περιστασιακές εργασίες, από τις οποίες, όμως, αποκόμιζε σταθερά τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές, δηλαδή, είχε σταθερά μηνιαίες αποδοχές της τάξης των 580,00 ευρώ. Επομένως, αν δεν μεσολαβούσε η άδικη προσωρινή κράτηση και φυλάκισή του, ο ενάγων θα συνέχιζε να εργάζεται με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε μηνιαίο καθαρό εισόδημα ύψους 580,00 ευρώ ή ημερήσιο 20,00 ευρώ τουλάχιστον. Τα υπόλοιπα κονδύλια που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή, τα οποία περιλαμβάνει στον υπολογισμό της θετικής ζημίας που υπέστη, δηλαδή, το ποσό των 15.000,00 ευρώ που δαπάνησε για την υπεράσπισή του (ως σύνολο αμοιβών των συνηγόρων του) και το ποσό των 11.800,00 ευρώ που δαπανήθηκε για το κόστος διαβίωσής του σε καθεστώς κράτησης και τα επισκεπτήρια των συγγενών του, δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη στέρηση του έννομου αγαθού της ελευθερίας του (ιδίως όσον αφορά στις δαπάνες διαβίωσης κατά τη διάρκεια της κράτησής του, δεν μπορούν να αποζημιωθούν, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι ανέρχονται σε ποσά υψηλότερα από αυτά που, κατά την κοινή πείρα, θα δαπανούσε υπό καθεστώς ελευθερίας για τις ίδιες αιτίες, βλ. σχετ. ΑΠ 1637/2017 ό.π.). Πλέον, όμως, από την περιουσιακή του ζημία, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, από το γεγονός ότι φυλακίστηκε, παρέμεινε κρατούμενος για τέσσερα (4) χρόνια και εννέα (9) περίπου μήνες και μετέπειτα αθωώθηκε αμετάκλητα, υπέστη τεράστια ηθική βλάβη. Πιο συγκεκριμένα, το ψυχικό άλγος, η αγωνία, η θλίψη και το εν γένει άγχος από τη συνεχιζόμενη για αφόρητα μακρό χρονικό διάστημα (επί 1.782 ημέρες) κράτησή του, σε συνδυασμό με την προσωπική και κοινωνική προσβολή που υπέστη, πλέον της αποδεικνυόμενης αποδόμησης της ψυχικής του υγείας, συντείνουν σε ανυπολόγιστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας το ποσό των 9 ευρώ ημερησίως, δηλαδή, το υπόλοιπο (αφαιρουμένης της περιουσιακής του ζημίας, των 20,00 ευρώ σύμφωνα με τα ανωτέρω), μέχρι το ανώτατο όριο της διάταξης του άρθρου 536 παρ. 2 του εφαρμοστέου, εν προκειμένω, προϊσχύσαντος- ΚΠΔ, είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόδηλα μη εύλογο και δη, κατάδηλα άδικο και επαχθές σε βάρος του ενάγοντος. Λαμβανομένου, επίσης, υπόψη του γεγονότος ότι, ο ενάγων υπέστη και διασυρμό του ονόματος και της προσωπικότητάς του από την, όπως αποδεικνύεται, ευρεία προβολή της υπόθεσης του (της σύλληψης, της κράτησης και της πρωτόδικης καταδίκης του) από τον τύπο (έντυπο, ηλεκτρονικό, ΜΜΕ κλπ), για κατηγορίες που προκάλεσαν το στιγματισμό του τόσο στο στενό δικό του περιβάλλον όσο και στην επικράτεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 539 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ, που δικαιολογεί την επιδίκαση αποζημίωσης καθ` υπέρβαση του ανώτατου ορίου της παραγράφου 2 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς, ενόψει όλων των παραπάνω περιστάσεων, η κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο ενάγων και αφορά στην περιουσιακή του ζημία και την ηθική του βλάβη, πρέπει να οριστεί στο –
εύλογο κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου- ποσό των εξήντα (60,00) ευρώ ημερησίως και συνολικά σε : 1.782 ημέρες X 60,00 = 106.920,00 ευρώ. Πρέπει, δηλαδή, να γίνει δεκτό εν μέρει, ως και ουσιαστικά βάσιμο κατά το ως άνω μέρος, το κύριο αίτημα της αγωγής του και, αφού αφαιρεθούν από το πιο πάνω συνολικό ποσό τα 35.640,00 ευρώ που έχουν επιδικαστεί με την 2695/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο των (106.920,00 – 35.640,00) = 71.280,00 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου (ΚΠΔ 539) και την εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ενώ τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την έφεση του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα, όπως και η έφεσή του συνολικά. Συνεπεία όλων των παραπάνω, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί η βασιμότητα της αγωγής, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως προς την κύρια βάση της, ως νόμιμη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, και (δεκτή) εν μέρει ως βάσιμη και στην ουσία. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει, λόγω της εν μέρει νίκης του, να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου – εφεσιβλήτου – εκκαλούντος, (άρθρα 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων, την με αριθμό κατάθεσης …../2021 έφεση του ενάγοντος με την με αριθμό κατάθεσης ……/2021 έφεση του εναγομένου.
Δέχεται αυτές τυπικά.
Απορρίπτει κατ` ουσίαν την με αριθμό …../2021 έφεση του εναγομένου.
Δέχεται κατ` ουσίαν την με αριθμό …../2021 έφεση του ενάγοντος.
Εξαφανίζει την 345/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Κρατεί την υπόθεση και,
Δικάζει επί της με αριθμό (Ε.Α.Κ.) …./2020 αγωγής.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Προσδιορίζει την αποζημίωση του ενάγοντος, για τις αιτίες που αναφέρονται στο σκεπτικό (αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης), στο συνολικό ποσό των εκατόν έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (106.920,00) ευρώ, και,
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εβδομήντα μίας χιλιάδων διακοσίων ογδόντα (71.280,00) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος του εναγόμενου – εφεσίβλητου – εκκαλούντος μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος – εκκαλούντος – εφεσίβλητου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας το οποίο ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2022 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Π.Κ.
**